slider

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Ο ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΦΙΛΩΤΙΤΗΣ ΠΑΠΑΣ και γιατρός «φύλακας» των ασθενών του πριν από το χειρουργείο

Ο ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΦΙΛΩΤΙΤΗΣ π. Γεώργιος Ρουσάκης (ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΤΟΥ ΡΟΥΣΑΚΗ ΚΑΙ ΤΗς ΛΙΑΝΗΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΟΥ ΚΥΚΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΟΥ ΤΣΙΤΩΤΩΤΟΥ ) είναι αναισθησιολόγος στον Ερυθρό Σταυρό και εφημέριος στον Ναό του Αγ. Αλεξάνδρου Φαλήρου
Aπό τον
Κώστα Παππά
Πολλές φορές έρχονται στην επικαιρότητα διάφορα ερωτήματα που απασχολούν την κοινή γνώμη σχετικά με τη διαχείριση σημαντικών επιστημονικών ανακαλύψεων κυρίως στον τομέα της Ιατρικής. Αρκετές φορές γίνονται συζητήσεις για τον τρόπο με τον οποίο μπορούν η επιστημονική ιατρική κοινότητα και η κοινωνία να διαχειριστούν ζητήματα που μοιάζουν δύσκολα, πόσο μάλλον όταν αναφέρονται στη γέννηση και στον θάνατο του ανθρώπου. Η αλήθεια είναι ότι, αν κάποιος ρωτήσει έναν ιερέα και έναν επιστήμονα για το ίδιο θέμα, θα λάβει διαφορετικές απαντήσεις.

Ποιες απαντήσεις όμως μπορεί να δώσει σε τέτοια ερωτήματα ένας άνθρωπος που συνδυάζει την ιδιότητα του γιατρού και την ιεροσύνη; Η «Ορθόδοξη Αλήθεια»επικοινώνησε με τον π. Γεώργιο Ρουσάκη, αναισθησιολόγο επί σειρά ετών στον Ερυθρό Σταυρό και εφημέριο στον Ναό του Αγίου Αλεξάνδρου στο Παλαιό Φάληρο. Ο π. Γεώργιος Ρουσάκης είναι ένας άνθρωπος που προβληματίζεται έντονα πάνω σε ζητήματα της Βιοηθικής, ενώ έκανε λόγο για τα ηθικά διλήμματα και ερωτήματα που και οι ίδιοι οι επιστήμονες θέτουν πολλές φορές στον εαυτό τους, χωρίς ωστόσο να μπορούν να τα απαντήσουν εύκολα.

O π. Γεώργιος μάς μίλησε για τη δύσκολη απόφασή του να γίνει ιερέας: «Τουλάχιστον στην περίπτωση τη δική μου ήταν ένας πόθος που υπήρχε από πολύ μικρή ηλικία. Δεν ήταν κάτι το οποίο προέκυψε στην πορεία της ζωής μου. Από μικρό παιδί είχα σχέση με την Εκκλησία. Αρχισα να συνειδητοποιώ τα πράγματα που εκ παραδόσεως ακολουθούσα και να ζω πιο συνειδητά την εκκλησιαστική ζωή. Από παιδί ήθελα να γίνω ιερέας. Γιατί όμως δεν σπούδασα Θεολογία; Επειδή με έθελγαν οι θετικές επιστήμες, ιδιαίτερα μου άρεσε η Ιατρική.

Ιεροσύνη

Δεν εγκατέλειψα όμως ποτέ τη σκέψη της ιεροσύνης και το 2003 -όντας ήδη επιμελητής αναισθησιολόγος στο νοσοκομείο- χειροτονήθηκα από τον Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης κ. Συμεών κληρικός στη Μητρόπολη Νέας Σμύρνης, όπου διακονώ έως σήμερα».

Ο π. Γεώργιος αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο τον αντιμετώπισαν οι συνάδελφοι και οι ασθενείς του όταν πλέον είχε χειροτονηθεί ιερέας. «Ηταν και δικές μου ερωτήσεις και απορίες πώς θα με δεχθούν οι συνάδελφοι και πώς θα με δεχθούν και οι ασθενείς μετά τη χειροτονία μου. Αναρωτιόμουν με ποιον τρόπο θα γινόταν η μετάβαση αυτή. Η πορεία των πραγμάτων ειλικρινά με εξέπληξε. Από το "κύριε Ρουσάκη" στο "πάτερ" υπήρξε -όσο μπορώ να καταλάβω- μια αβίαστη μεταβολή. Το πόσο με απεδέχθησαν ως ιερέα-ιατρό ήταν κάτι καταπληκτικό. Ομως και από τους ασθενείς η αποδοχή ήταν ιδιαίτερη. Δεν διαπίστωσαν περιπτώσεις όπου αυτή η μεταβολή έπαιξε αρνητικό ρόλο στην άσκηση των ιατρικών καθηκόντων μου» λέει χαρακτηριστικά και συμπληρώνει: «Το νοσοκομείο είναι ένας ζωντανός οργανισμός και υπάρχουν επαφές και επιδράσεις μεταξύ των ανθρώπων, του νοσηλευτικού προσωπικού, των ασθενών, των συγγενών τους κ.λπ. Αναρωτιούνται, για παράδειγμα, οι ασθενείς που νοσηλεύονται στον ίδιο θάλαμο: "Εγώ είχα έναν ιερέα αναισθησιολόγο, θα είναι και σ' εσένα αυτός;" "Μάλλον και σ' εμένα" απαντάει ο άλλος. Προεγχειρητικά, έχω επικοινωνία με τους ασθενείς για την αναισθησιολογική αξιολόγησή τους, οπωσδήποτε διεγχειρητικά για την αναισθησιολογική αντιμετώπισή τους και για την πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση του μετεγχειρητικού πόνου. Η ειδικότητά μου ως αναισθησιολόγου με φέρνει κοντά στον ασθενή στο κομβικό σημείο της ζωής του, όπως είναι η επιτυχής διεκπεραίωσης μιας χειρουργικής επεμβάσεως».

«Πάνω από το 80% των χειρουργών κάνει τον σταυρό του πριν πιάσει στα χέρι ατου το νυστέρι»

Αναφερόμενος στο θέμα της σύγκρουσης πίστης και επιστήμης, σημειώνει ότι το ερώτημα προέρχεται κυρίως από τις επιδράσεις του δυτικού πολιτισμού. «Στην πράξη, δεν έχω βιώσει σύγκρουση μεταξύ πίστης και επιστήμης. ερώτηση περί συγκρούσεως έχει προέλθει από τη Δύση. Ξεκίνησε από την εποχή της Αναγέννησης, όταν η Δυτική Εκκλησία ήθελε να παρεμβαίνει ακόμα και σε θέματα όπου δεν είχε κανέναν λόγο να το κάνει. Υπενθυμίζω την υπόθεση Γαλιλαίου για την κίνηση της γης και του ηλίου. Ο απόηχος της σύγκρουσης της Δυτικής Εκκλησίας με επιστήμονες και τις απόψεις τους έχει δημιουργήσει την ιδέα για σύγκρουση μεταξύ πίστης και επιστήμης. Κατά βάση, δεν υπάρχει καμία σύγκρουση. Είναι θέμα κάθε επιστήμονα, είναι αυτό που έλεγε πολύ σωστά ο Παστέρ: "Η επιστήμη δεν έχει πίστη και δεν έχει κανέναν λόγο να έχει, ο επιστήμονας όμως έχει και πρέπει να έχει"».
Και αναφέρει: «Κυρίως αυτά ισχύουν όταν μας καταλαμβάνει η οίηση της επιστήμης, ότι δηλαδή μπορούμε να αποφανθούμε περί πάντων και να ιδεολογικοποιούμε τις θέσεις μας. Κάναμε ανακαλύψεις για το DNA; Για τους μηχανισμούς λειτουργίας και πολλαπλασιασμού των κυττάρων; Ανακαλύπτουμε τους κανόνες της Γενετικής και της κληρονομικότητας; Αρα αφελώς καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι λύσαμε το πρόβλημα της ζωής, άρα εμείς έχουμε τις απαντήσεις και, έτσι, δεν χρειάζεται ο Θεός. Ε, λοιπόν, όχι, δεν είναι έτσι! Μπορεί να ανακαλύπτουμε μέσα από το πείραμα και την παρατήρηση τους φυσικούς νόμους και μηχανισμούς που ήδη υπάρχουν, δεν φτιάχνουμε νέους, δικούς μας νόμους και μηχανισμούς».

Ο π. Γεώργιος Ρουσάκης προσθέτει: «Εκανα ένα μικρό γκάλοπ στο νοσοκομείο και διαπίστωσα ότι πάνω από το 80% των χειρουργών κάνει τον σταυρό του κρυφά ή φανερά πριν από κάθε επέμβαση. Ρώτησα πρόσφατα έναν νέο, αξιόλογο χειρουργό την ώρα που έπλενε τα χέρια του, προετοιμαζόμενος για την επέμβαση, δεν σας κρύβω και λίγο πειρακτικά: "Εκανες τον σταυρό σου πριν ξεκινήσεις;" Ξέρετε τι μου απάντησε; "Οχι μόνο κάνω τον σταυρό μου, αλλά, ξεκινώντας την προετοιμασία του ασθενή για την τομή, πρώτα κάνω με το αντισηπτικό το σημείο του σταυρού"».

«Τεράστια ζητήματα Βιοηθικής η εξωσωματική, ο εγκεφαλικός θάνατος αλλά και η κλωνοποίηση»

Ο π. Γεώργιος αναφέρεται και σε ζητήματα Βιοηθικής, όπως πότε ένας άνθρωπος θεωρείται εγκεφαλικά νεκρός και ποια ερωτήματα θέτει η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. «Τα ζητήματα της Βιοηθικής θα τα χώριζα αδρά σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη, που μας αφορά για λόγους ιστορικούς, είναι σχετικά με την κλωνοποίηση και τη Γενετική, με ερωτήματα όπως αν μπορεί, ας πούμε, να κλωνοποιηθεί ο άνθρωπος. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τον εγκεφαλικό θάνατο και τις μεταμοσχεύσεις, και η τρίτη κατηγορία είναι σχετική με την υποβοηθούμενη γονιμοποίηση. Ο τομέας της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι αφορά καθημερινά όλο και περισσότερους συνανθρώπους μας και γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με δημιουργία καινούργιας ζωής και, ως εκ τούτου, καινούργιων προσώπων. Συνδέονται ένα σπερματοζωάριο και ένα ωάριο, και κάνουν το έμβρυο. Το έμβρυο αυτό πότε θα θεωρηθεί άνθρωπος; Είναι μεγάλο θέμα. Δεν μπορεί η επιστήμη να το λύσει. Δυστυχώς, όλο και περισσότερα ζευγάρια έχουν πρόβλημα αναπαραγωγής, οπότε ο χειρισμός της εξωσωματικής γονιμοποίησης είναι μεγάλο βιοηθικό πρόβλημα» επισημαίνει.

Και συνεχίζει: «Υπάρχουν πολλά ερωτήματα. Από το αν η σύλληψη του εμβρύου εντός του δοκιμαστικού σωλήνα, έξω από το μητρικό σώμα, είναι μια βάρβαρη πράξη και παραβίαση της ανθρώπινης φύσης έως το τι θα κάνουμε στην περίπτωση που έχουμε σύλληψη περισσότερων του ενός ή έστω δύο εμβρύων, τα οποία μπορούμε να "φυτέψουμε" στη μήτρα της γυναίκας. Τι κάνουμε με αυτά τα «περισσεύοντα» έμβρυα; Υπήρξε περίπτωση που ζητήθηκε η συμβουλή μου. "Πήραμε", μου είπαν, "23 ωάρια, τα οποία γονιμοποιήθηκαν, τι θα κάνουμε με τα έμβρυα αυτά;" Το σύνηθες είναι να εμφυτευτούν μερικά στη μέλλουσα μητέρα, κατόπιν εξίσου σύνηθες είναι να παρέμβουν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και να θανατώσουν τα περισσεύοντα έμβρυα, για να αυξηθεί η πιθανότητα γέννησης των υγιών. Εμείς όμως, ως επιστήμονες, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, πρέπει να βοηθάμε τη φύση, όχι να την ανατρέπουμε. Οταν σκοτώσεις ένα έμβρυο, ανατρέπεις την ίδια τη φύση. Εκτός από το ηθικό κομμάτι του θέματος, αφαιρείς μια ζωή που, αν την άφηνες να εξελιχθεί, θα ήταν αργότερα ένας άνθρωπος σαν όλους αυτούς που περπατούν δίπλα μας».

Αγνωστες πτυχές αποκαλύπτει για το θέμα του εγκεφαλικού θανάτου. «Οσον αφορά το θέμα του εγκεφαλικού θανάτου, η εμπλοκή της ειδικότητός μου ως αναισθησιολόγου είναι άμεση. Υπενθυμίζω ότι ο εγκεφαλικός θάνατος διαπιστώνεται στις μονάδες εντατικής θεραπείας σε ανθρώπους οι οποίοι έχουν υποστεί μη αναστρέψιμη βλάβη του στελέχους του εγκεφάλου, του τμήματος δηλαδή που ρυθμίζει τις ζωτικές λειτουργίες. Για την επιβεβαίωση του εγκεφαλικού θανάτου οι γιατροί κάνουν κάποια ειδικά τεστ. Εάν ο εγκέφαλος έχει υποστεί μια τέτοια βλάβη, τίθεται το ερώτημα αν είναι νεκρός ο άνθρωπος. Είναι κάτι που δεν μπορώ να σας απαντήσω. Εάν ο εγκέφαλος είναι οριστικά νεκρός, είναι και όλος ο άνθρωπος νεκρός; Είμαι κι εγώ σε δίλημμα» τονίζει και προσθέτει: «Το θέμα έχει απασχολήσει και τη Σύνοδο και σε σχετική απόφαση αναφέρεται ότι, εφόσον η επιστήμη μάς διαβεβαιώνει, δεν μπορούμε να μη δεχθούμε ότι "ο εγκεφαλικός θάνατος ταυτίζεται με το αμετάκλητον βιολογικόν τέλος του ανθρώπου". Με προβληματίζει κι εμένα η προσέγγιση στο θέμα αυτό. Γιατί όμως τίθεται το ζήτημα του εγκεφαλικού θανάτου; Γιατί ο εγκεφαλικά νεκρός είναι ο υποψήφιος δότης των οργάνων προς μεταμόσχευση. Θέλω, επίσης, να αναφέρω ότι είναι αρκετοί οι γιατροί που δεν θέλουν να συμμετάσχουν σε αυτά τα τεστ, γιατί φοβούνται ότι κατά τη διάρκειά της εξέτασης μπορεί κάτι να τους ξεφύγει και λένε: "Πώς θα βάλουμε την υπογραφή μας ότι αυτός ο άνθρωπος είναι νεκρός εγκεφαλικά;"»

Ο π. Γεώργιος δεν παραλείπει να μιλήσει και για την αδιαφορία που παρατηρείται πολλές φορές στον κοινωνικό περίγυρο για πράγματα για τα οποία θα μπορούσαμε να είμαστε περισσότερο ευαίσθητοι. «Ο άνθρωπος γίνεται αναίσθητος όσο περισσότερο εγκλωβίζεται στον εγωισμό του. Νομίζω ότι η αιτία είναι αυτή. Η Εκκλησία συνέχεια μας το τονίζει αυτό. Απλά πράγματα θα μας βγάλουν από τον εγωισμό μας. Η διακονία του διπλανού μας, το ποτήρι νερό, το κομμάτι ψωμί, η περίθαλψη του ξένου, η επίσκεψη του ασθενούς και του φυλακισμένου, όπως μας τα υποδεικνύει ο Λόγος του Θεού».


ΕΧΟΥΜΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟ ΘΑΥΜΑ

Ο π. Γεώργιος Ρουσάκης μιλάει επίσης για το θαύμα και τις σκέψεις που θα μπορούσε να κάνει όποιος βλέπει στην καθημερινότητά του ανθρώπους να πεθαίνουν και άλλους να τα καταφέρνουν, ακόμα και με τις πιθανότητες εις βάρος τους. «Εάν θέλουμε να το συσχετίσουμε με το θέμα, ας πούμε, του εγκεφαλικού θανάτου, θα πρέπει να κλείσουμε το μηχάνημα υποστηρίξεως του ανθρώπου που έχει διαγνωστεί με εγκεφαλικό θάνατο; Εχουμε αυτό το δικαίωμα; Δεν καταργούμε έτσι και το θαύμα; Μπορεί να γίνει ένα θαύμα και ο άνθρωπος αυτός να ζήσει. Είναι όντως ένα εύλογο ερώτημα, αν και νομίζω ότι το θαύμα δεν περιορίζεται από τις δικές μας παρεμβάσεις. Ο Θεός, εάν θέλει να κάνει το θαύμα του, έχει άπειρους τρόπους να το κάνει. Αν είναι να γίνει, θα γίνει ούτως ή άλλως. Αλλά και η θεραπεία στην οποία συμβάλλει ένας γιατρός δεν είναι ένα θαύμα;» σημειώνει. «Πολλές φορές εφαρμόζουμε σε έναν ασθενή που βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση μια φαρμακευτική ή χειρουργική αγωγή η οποία θεωρούμε ότι έχει ελάχιστες πιθανότητες να επιτύχει. Κι όμως ο άνθρωπος ανταποκρίνεται άριστα. Λοιπόν, εκεί βλέπουμε να συντελείται ένα θαύμα, το οποίο άλλωστε επιτελείται διακριτικά από τον Θεό» καταλήγει ο π. Γεώργιος Ρουσάκης.

Από την Εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου